Από τον Αριστοφάνη στις “Ιστορίες καθ΄ οδόν Νο2”

16 Σεπτεμβρίου, 2021 - 3:07 πμ
137
Views

Η παράσταση θα παίζεται ως το τέλος του μηνός, γι΄ αυτό προλάβετε…

Της Άννας Στεργίου (annastergiou11@yahoo.com)

Θα μπορούσε να είναι κωμωδία του Αριστοφάνη, αν ο ιδρυτής και γνώστης της Κωμωδίας είχε γεννηθεί σήμερα. Κι όμως ήταν οι «Ιστορίες καθ΄οδόν Νο 2», που τίναξαν τη μπάνκα στον αέρα. Ένα έργο εξαιρετικά σύγχρονο, απλό αλλά όχι απλοϊκό, μία κωμωδία, που πιάνει την ελληνική ιστορία και της αλλάζει τα φώτα, με μία δημιουργική γραφή, ζηλευτή για κάθε συγγραφέα.

Ξεκίνησα, έχοντας ακούσει πολύ καλά λόγια για την παράσταση. Το Εθνικό Θέατρο, αν μη τι άλλο, μας έχει συνηθίσει σε καλές παραστάσεις αλλά μέχρι εκεί. Τα δύσκολα καθίσματα, ο κορωνοϊός είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους, υπήρχε ουρά αλλά και καλή διάθεση απ΄ όλους.

Ώσπου η παράσταση άρχισε. Από το δεύτερο λεπτό δεν ήθελες να ξεκολλήσεις μάτια κι αυτιά από πάνω της κι ο χρόνος ξανάρχισε να κυλά, όταν τελείωσε.

Οι τρεις ηθοποιοί, ο Σταύρος Καραγιάννης, η Ρένα Κυπριώτου και ο Γιάννης Παναγόπουλος υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Τάσου Πυργιέρη, έκαναν έναν μικρό θαύμα. Διατύπωσαν με κωμικό τρόπο παραπάνω από δυο εκατονταετίες, χωρίς να πλατιάσουν, χωρίς να χάσουν την ερμηνευτική τους ικανότητα, χωρίς να δειλιάσουν, ανοίγοντας και κλείνοντας ιστορικές περιόδους, παίζοντας με τον κόσμο, τηρώντας την αυστηρή κανονικότητα του θεάτρου αλλά βάζοντας ακόμη και την πινελιά της επιθεώρησης στο τραπέζι.  

Οι ατάκες τους φαρμακερές, υπέροχες, κωμικές, ενίοτε στοχαστικές, τρυφερές και δηλητηριώδεις κυλούσαν σαν νεράκι και πήραν τους θεατές και τους σήκωσαν ψηλά στον ανοιχτό χώρο της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, Σχολείον της Αθήνας, «Ειρήνη Παππά» (Πειραιώς 52 στα όρια με Ιωάννη Ρέντη).

Τη δραματουργία υπέγραψαν η Ειρήνη Μουντράκη και ο Γιάννης Παναγόπουλος. Το έργο γρήγορο και αφαιρετικό – μόλις μίας ώρας – αλλά με υπογραμμίσεις εκεί, που χρειαζόταν, άφηνε το θεατή να γελάσει και να κλάψει με τα χάλια της σύγχρονης Ελλάδας, που με το ένα πόδι πατάει μπροστά και με το δεύτερο βάζει τρικλοποδιές κι αυτογκόλ στον εαυτό της. Τα κοστούμια επιμελήθηκε η Μαρία Τσιώτη,  τα σκηνικά η Ελίνα Δράκου και οι φωτισμοί έγιναν από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

Παρότι συμμετείχαν μόνο τρεις άνθρωποι η παράταση κρατήθηκε όρθια, είχε δυναμική και δεν έχασε δευτερόλεπτο στη ροή. Υπέροχα τα κοστούμια και παρά τις λιγοστές αλλαγές σε ρούχα, η αφαιρετικότητα έπιανε τόπο και δεν κούραζε.

Το δύσκολο κοστούμι της Ρένας Κυπραίου – που παρέπεμπε όχι μόνο στις κυρίες των Τιμών αλλά προφανώς και στο έθιμο  «Γενίτσαροι και Μπούλες» της Νάουσας – δεν την εμπόδισε, να το υπερασπίζεται και να την υπερασπίζει πάνω στη σκηνή. Κατάφερε να είναι κι αυτό εκφραστικό της μέσο, ενώ εντυπωσιακό ήταν και το μακιγιάζ.

Μέσα σε λίγη ώρα το έργο αφηγήθηκε όλες τις πληγές της χώρας από τις μεγάλες δυνάμεις – βοηθούς με έμφαση στα γεγονότα της έναρξης και της συνέχειας της ελληνικής επανάστασης αλλά άφησε και υπονοούμενα για τον θάνατο του Καποδίστρια και τον ρόλο των Μαυρομιχαλαίων.

Εξαιρετικός ο Σταύρος Καραγιάννης, άρχοντας πάνω στη σκηνή, άνοιγε κι έκλεινε πάσες με την ίδια ευκολία, απλωνόταν και μαζευόταν στον χώρο, θυμίζοντας παλαιούς μεγάλους κωμικούς του θεάτρου.

Το έργο -κι αυτό ήταν η μεγάλη επιτυχία του σκηνοθέτη – ήταν απεξαρτημένο από ένα στείρο καθωσπρεπισμό ( τόσο – όσο) κι από τη σοβαροφάνεια, που δυστυχώς πολλάκις έχουμε δει να είναι μία από τις παθογένειες και τις υπερβολές του λεγόμενου “σοβαρού” θεάτρου. Κι ενώ η αφήγηση ήταν ρεαλιστική ακόμη και για οδυνηρά γεγονότα, όπως η πολιορκία του Μεσολογγίου, η παράσταση δεν στέγνωσε ούτε στιγμή από χιούμορ και τρυφερότητα.

Οι τόνοι ανέβαιναν και κατέβαιναν, χωρίς να μπατάρει στις χρονικές περιόδους, που υπήρξαν καθοριστικές και υπό τις οδηγίες του σκηνοθέτη το έργο άφησε μία γλυκόπικρη γεύση για το ποιοι είμαστε και που πάμε. Αλλά αυτός είναι ο ρόλος κι ορισμός του πραγματικού θεάτρου. Να σε κάνει να σκέφτεσαι, να χαμογελάς, να στενοχωριέσαι, να ονειρεύεσαι. Να αναγεννιέσαι, κάθε φορά, που είσαι θεατής σε μία υπέροχη παράσταση.

Ο κόσμος όρθιος χειροκροτούσε επί μακρόν, επιβραβεύοντας. Κρατώ για το τέλος την ατάκα του γιου μου: «Μαμά πολύ μού άρεσε η παράσταση. Χειροκρότησα τόσο πολύ, που με πόνεσαν τα χέριά μου».

Κατηγορίες Άρθρου:
Γράμματα & Τέχνες · Πολιτισμός